Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Ιδού ο άνθρωπος - Ανδρέας Λασκαράτος (απόσπασμα)


Ιδού ο άνθρωπος - Ανδρέας Λασκαράτος (απόσπασμα)
118 . Ο διεφθαρμένος
Ο διεφθαρμένος αισθάνεται μέσα του την ηθικήν υπεροχήν του ακεραίου, υποχρεούται ναν τον σέβεται, και τον αποφεύγει όμως. Η συντροφιά άλλου διεφθαρμένου όμοιού του με τον οποίον συμπαθεί, τού είναι αρμοδιώτερη.
Ευρισκόμενος με τον ακεραίου χαραχτήρος, κατηγορεί τον εν διαφθορά συνάδελφόν του, 1ον επειδή φυσικώ τω λόγω τού έρχεται η κατηγορά στο στόμα, 2ον επειδή βάνεται σε καλήτερη θέση κατηγορώντας το αξιοκατηγόρητα, και συσταίνεται κοντά στον ακέραιον, ως τάχα ανόμοιος τού κατηγορουμένου του.
Αν ακούση ότι τίμιος άνθρωπος συκοφαντείται, το άκουσμα εκείνο τον χαροποιεί, ότι τάχα τού δίδεται σύντροφος εις την διαφθορά ένα τίμιος· ενδιαφέρεται ναν το πιστέψη, και πασχίζει ναν το πιστέψη· η δε ψυχή του επιθυμώσα τούτο, του ευκολύνει την πεποίθηση. Η συνενοχή είναι ελάφρυνση στον διεφθαρμένον, και μάλιστα η συνενοχή τιμίου ανθρώπου είναι δι’ αυτόν παρηγορία και ενθάρρυνση.
Έχοντας γνωστόν διεφθαρμένον συνένοχον, έχει μόνον συνένοχον όμοιόν του. Αλλά με γνωστόν τίμιον συνένοχον, εις κάτι συκοφαντούμενον, έχει τον πρωτοπληρωτήν του· έχει σκέπην.
Μεταχειρίζεται δε κάποτε την αναισχυντίαν και την πρόκληση , δια να εκπλήξη με την αυθάδειάν του και να θριαμβέψη. Αλλά αντιμετωπούμενος με θάρρος, δειλιάζει και κρύβεται.
Χαλινός αρμόδιος δια τον διεφθαρμένον είναι το ξεφαύλισμά του· έστω και σε διεφθαρμένην κοινωνίαν· επειδή καθένας από τους διεφθαρμένους την προφασίζει τη διαφθορά στον εαυτόν του, αλλά την κατηγορεί στους άλλους.

119 . Ο πρωτευουσιώτης
Ο πρωτευουσιώτης είναι το αρχοντόπουλο της Επικρατείας.Όταν εις την Πρωτεύουσαν, είναι στην Έδρα του. Όταν επισκέφτεται τες Επαρχίες, επισκέφτεται τες Επαρχίες του. Οι επαρχιώτες ατενίζουν εις αυτόν, και τον τιμούν ως αξιολογώτερόν τους. Εκείνος το αισθάνεται και συστέλλεται, αν φύσει ταπεινός· ή αλλαζονεύεται αν φύσει κούφος.
Οι τρόποι του, τα κινήματά του, η ομιλία του, και αυτά τα φορέματά του, είναι γνώμονες και τύποι μιμήσεως δια τους καϋμένους τους επαρχιώτας.
Ο πρωτευουσιώτης υποθέτεται, και όχι αδίκως, να έχη περισσότερο ανεπτυγμένο το πνεύμα του· να έχη περισσότερες και ελευθεριώτερες ιδέες. Υποθέτεται δε ακόμη να γνωρίζη περσσότερα πολιτικά πράμματα· και μάλιστα δι’ όσον αφορά το εσωτερικόν του Κράτους, στανικώς των σημερνών ηλεκτρικών τηλεγράφων, και των τόσων εφημερίδων. Καθένας όθεν επιθυμεί ν’ ακούση από αυτόν, και τα λεγόμενά του έχουνε βάρος.
Έτσι, ο πρωτευουσιώτης είναι ο άνθρωπος της ημέρας εις την επαρχίαν.
Αλλ’ αν δεν θέλη ν’ απανωζήση στην εφήμερην υπόληψήν του και φήμην του, ο πρωτευουσιώτης να φύγη γρίγορα. Επειδή ο μυρωδικός εκείνος αέρας οπού τον περιστοιχίζει, δεν βαστά πολύ· και σαν τα γιαλικά, ως κ’ εκείνος μοσκοβολάει όσο είναι φρέσκος. Έπειτα χάνει όλη του την ευωδία.

120 . Ο επαρχιώτης
Ο νους του επαρχιώτη, κατ’ αντίθεσην του πρωτευουσιώτη, έχει μικρόν ορίζοντα. Επειδή μικρή είναι και η κοινωνία μέσα στην οποία θρέφεται και αναφτύσσεται. Είναι όθεν και μικροπρεπής κάποτε, αναλόγως με τη μικρότητα των επαρχιακών πραγμάτων. Ευρισκόμενος εις την Πρωτεύουσα, πασχίζει να μιμείται τους πρωτευουσιώτας, τους οποίους θεωρεί ως θέσει-ανώτερούς του. Είναι δε από τα ελαττώματα που αρχίζει, σαν οπού εκείνα είναι τα προφανέστερα και τα πλέον ευκολομίμητα.
Έτσι, αν ο επαρχιώτης είναι εφτανήσιος, αποφεύγει να μεταχειρίζεται ιταλικισμούς και χυδαϊσμούς· και πασχίζει αντιτά τους να βάνη στην ομιλία του γαλλικισμούς και λογιωτατισμούς, τους οποίους θεωρεί ’σαν τόσες προκοπές εις το στόμα του πρωτευουσιώτη.
Προσέχει να μη γελασθή να πη «Κλείσε την πόρτα», μα λέει κομψονόμενος «αγόρασα γάντια». Δεν βγαίνει από το σπήτι, αλλά «εξέρχεται»· φυλάεται μην τού ξεφύγη να ’πη «ομπρέλα», και πασχίζει να ενθυμείται να λέη «αλεξιβρόχιον» (που το μνημοτεχνίζει με τα Αλέξης και βροχή). Και στο χορό «αγκαζάρει» τες χορεύτριες, κλ..
Όλα τούτα με τα οποία προκόβει ο επαρχιώτης εις την Πρωτεύουσα, μας τα φέρνει έπειτα στην Επαρχία, και παίζει μ’ εδαύτα τον πρωτευουσιοτισθέντα.
Συμβαίνει δε κάποτε εις τον ατυχή τούτον, να ήναι διόλου άμοιρος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, και ακολούθως να μην ξεχωρίζη αρκετά καλά τα λογιωτατίστικα από τα τούρκικα, όσα εμείνανε ακόμη στην Ελλάδα, και να μεταχειρίζεται κάποια τούρκικα, νομίζοντάς τα λογιωτατίστικα, θέλει δε να ρίχνη κ’ εκειός κάπου-κάπου κανένα λογιωτατίστικο για να μη φαίνεται ολοκλήρως άμοιρος λογιωτατίστικης σοφίας. Έτσι, «Συχωρέσετέ με, λέει, αν δεν ηξέρω να κάνω κ’ εγώ ’σαν την αφεντιά σας ώμορφο λακρεντί»(1). Νομίζοντας το λακρεντί λογιωτατίστικο.

122 . Ο μικροπρεπής
Ο μικροπρεπής είναι τοιούτος, και αν φτωχός και αν πλούσιος. Εις τον πλούσιον μάλιστα η μικροπρέπεια κάνει μεγαλήτερη φάνταξη.
Σταυρώνει κάθε ’μέρα τους πουλητάς εις την αγορά, στο παζάριασμα, έστω και δια ένα λεφτό.
Αγοράζει Μετόχι δια χιλιάδες τάλαρα; Επιμένει να βαστάξη ένα φράνκο από το συμφωνιμένο· ή και ναν το συμφωνήση ένα φράνκο ’λιγώτερο.
Του καίεται το σπίτι; Πηαίνει και μαζώνει μεσ’ από τη στάχτη τα μικρά παληοσίδερα.
Στέλνει το παιδί του στο σχολείο; Το πρώτο μηνιάτικο το πληρώνει τες πέντε του ακολούθου μηνός· το δεύτερο τες δέκα· το τρίτο τες δεκαπέντε… κ’ εξακολουθεί έτσι, ώστε κάθε τόσους μήνες ωφελείται ένανε!
Πρόκειται να σου πληρώση ένα του χρέος; ’Βρίσκει κάποια πρόφαση δια να πασχίση να σου βαστάξη ’λιγα όβολα. Αν πισμώσης και δεν του τ’ αφήνης, σε παρακαλεί ναν του τα χαρίσης.
Υποσχέθηκε να δώση ένα τάληρο σε μία συνδρομή δια φτωχούς; Στέλνει στα μαγαζιά ένα δύστηλο ζητώντας ένα πεντόφρανκο, το οποίον δίνει στη συνδρομή, και ωφελείται οχτώ όβολα.
Ζητεί δε πάντοτε χάρες από τους φτωχούς γείτωνάς του.
Αδιακριτεί και καταχράται τον ελευθέριον χαραχτήρα των άλλων, πολλαπλασιάζοντας τας χαμερπείς του παρακλήσεις εις αυτούς, ως εις εύκολο μεταλλείον.
Χαιρετά δουλοπρεπώς τους πλουσίους και άλλους δυνατούς της ημέρας, από τους οποίους ελπίζει κάτι, ή φοβείται κάτι.
Σε χοντρό λογαριασμό ανάμεσό σας, απαιτεί να λογαριασθή και το παγοτό που έλαβες με κοινά χρήματα.
Εν γένη ― Αν ποτέ αναγκάζεται σε κάτι τι ομοιάζον γενναιότητα, το συντροφεύει πάντα με κάποια μικροπρέπεια, με την οποία σμικρύνει την αξία της καλής πράξεως, και ενθυμίζει τον μικροπρεπή χαραχτήρα του.
Ο μικροπρεπής τούτος άνθρωπος φεύγει από σημά σου με κάποιαν ελεεινήν ωφέλειαν, κερδεμένην με την οχληρήν επιμονήν του· και σε αφίνει ναυτιασμένον δια την συχαντερήν μικροπρέπειάν του.
Ο χαραχτήρας τούτος, ανάμεσα στους άλλους χαραχτήρας, είναι ό,τι είναι το εμετικόν ανάμεσα στ’ άλλα φάρμακα στο φαρμακείον.
123 . Ο κακόγλωσσος
Ο κακόγλωσσος κακολογεί από συστήματος· και κακολογεί αδιαφόρως οποιονδήποτε του χρειασθή να μελετήση· οποιονδήποτε του μελετήσουνε.
Συνήθως ο κακόγλωσσος γνωρίζει του καθενός κάτι τι επιλήψημο, το οποίο συνδυάζει με τ’ όνομά του, και του δίνει επώνυμο ανάλογο της μομφής οπού του κάνει. «Εκείνος ο πρωτοκλέφτης!...» γι’ άλλονε, «quel birbante, που δεν είναι ’ντροπή που να μην την έκαμε!» γι’ άλλονε, «Α, εκειός είν’ εργολάβος και κάνει θελήματα. Φθάνει ναν τον πληρώσεις…» γι’ άλλονε «Μη μου τόνε μελετάς. Εγώ ξέρω τι ζηγιάζει… λείψω-εγώ, ήθελ’ είναι στη φυλακή». Κ’ έτσι σε καθένανε που μελετηθή, ο κακόγλωσσος του φορεί το ’πετραχήλι του.
Αν πρόκειται δια υποκείμενο το οποίον αυτός να μη γνωρίζη, και δεν έχει τίποτε συγκεκριμένο ναν του προσάψη, του αποδίδει μομφήν κοινώς αποδιδομένην εις την πατρίδα του. ― «Κορφιάτης; Στοχάσου!... σέντσα – φέδες!...». ― «Μισολογγίτης; Κάτι ψαράς θε νάναι, πεινασμένος, πούλθ’ εδώ να χορτάση»… Η κηόλα τον εφοδιάζει με αποσιωπητικά δυσπιστίας δια το υποκείμενό του, «Ποιος τον ξέρει!... τέτοιους ανθρώπους!...».
Συμβαίνει κάποτε που ο κακόγλωσσος να ήναι και παρεκβατικός· και τότε η ομιλία του δεν ήναι παρά μία κρεμαστάλυσο από φημητικούς λιβέλους. Επειδή σε κάθε πρόσωπο που του χρειασθή να μελετήση στη διεξαγωγή της ομιλίας του, θα σταματήση ναν του κάμη και την εξιδιασμένην του ψυχρολουσίαν.
Ο κακόγλωσσος δεν αργεί να γνωρισθή ως τοιούτος εις τον Τόπον του· και τότε κατασταίνεται αβλαβής, επειδή κανείς δεν ψηφά τες κακολογίες του, εις τες οποίες όλοι γελούνε.
Είναι μάλιστα ο γνωστός κακόγλωσσος δι’ αυτό τούτο του το πασίγνωστον, ο αβλαβέστερος άνθρωπος της κοινωνίας. Επειδή, ενώ κάθε άλλου ανθρώπου ο τυχόν κακός λόγος ημπορεί να έχη κάποιαν ισχύν εις τα πνεύματα, ο κακός λόγος του κακόγλωσσου δεν έχει καμμίαν.
Ο κακόγλωσσος δεν είναι πάντα κακόψυχος. Η κακολογία του δεν προέρχεται από κακήν ψυχήν· αλλά συχνά κάποτε και από μόνο κακό του κεφάλι, από κακήν έξην.
125 . Έθνος - Νήπιον
ΧΑΡΑΧΤΗΡΑΣ – ΕΙΚΟΝΑ
Τα έθνη έχουνε κ’ εκείνα τη νηπιότητά τους. Αληθινόν ότι δεν γεννηώνται τώρα πλέον νέα έθνη· αλλά τα τυχόν πεπτωκότα και αναγεννούμενα, γεννηώνται νήπια· και φέρνουν εις τον εαυτόν τους τον χαραχτήρα όλον της νηπιότητος.
Τα ζητούνια τους είναι άστατα· η απαίτησές τους γελοίες· τα κινήματά του ανέμυαλα, ακροσφαλή, επικίνδυνα.
Ιδού το εδικό μας. ― Θέλει κ’ εκείνο Βασιλέα καθώς το νήπιο θέλει Κούρκλα. Για κάποσον καιρό το Βασιλέα του τόνε χαϊδεύει, τόνε χαίρεται, τόνε ναναρίζει στην αγκαλιά του· έπειτα τόνε βαρένεται, τόνε τσακίνει, και θέλει άλλον καινούριονε. Έτσι όλα τα νήπια.
Δεν φθάνει. ― Ο άνθρωπος είναι ζώο μιμητικό· και η νηπιακή ηλικία είναι η μιμητικώτερη στην ύπαρξη. Βλέπει όθεν οπού τα Μεγάλα Έθνη κάνουν κατάχτησες, και θέλει κ’ εκείνο κατάχτηση!... «Παιδί μου, δεν ’μπορείς, δεν ηξέρεις, ουδέ καν τον εαυτό σου να κυβερνήσης». Του κάκου τού τα λες, του κάκου τού σκέφτεσαι· το νήπιο δεν εννοεί, θέλει κατάχτηση, τη θέλει τη θέλει τη θέλει… και τρέχει, λέει, να δοξασθή, έστω και δια του θανάτου του!...(1). Τα μεγαλήτερά του αδέλφια-Έθνη, τρέχουν τότε ναν το λυτρώσουνε, κ’ εκείνο τα ’βρίζει, και τα λέει εχθρούς του… Έτσι όλα τα νήπια.
Εννοείται ότι αφού δουλειάση ταραττόμενο και αταχτώντας, θαν ησυχάση. Θαν υποστή για κάποσον καιρό την εξασθένιση που του έκαμε η τρέλα του. Μα είναι ανέμυαλο ’σαν όλα τα νήπια, και αφού αναλάβει ένα ’λίγο, θα ματαπιάση πάλε τα ίδια· έως ότου, ή βάνει γνώση, ή γκρεμίζεται από το βράχο.
14

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου