Όταν ο Λάζαρος συνάντησε τους νεκρούς Αργοστολιώτες
Από Γερ. Γαλανός
(Παλιά ανάρτηση) Αυτή εδώ
Αφιερώνεται με πολλή αγάπη στον φίλο
Ορέστη Καππάτο
Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός
Ήταν Σάββατο του Λαζάρου στα 1900, στο Αργοστόλι, οπού ξαφνικά οι κάτοικοι της πόλης αυτής, είδαν το Λάζαρο αναστημένον, να κάνει βόλτες στην πλατεία. Ξέρανε πως ήταν πεθαμένος πριν τέσσαρις μέρες και ότι τον έκλαιγαν οι αδελφές του η Μάρθα και η Μαρία…
Έβγάλανε τσι φωνές και τσι σκουξιές , γιατί δεν ήξεραν τι βλέπανε, ήταν αυτός; Μήπως ήταν κόλπο του Χριστού… η θανή και η ανάσταση του Λαζάρου; Τέτοια είχαν στο μυαλό τους οι Αργοστολιώτες
βλέποντάς τον να σουλατσάρει στην πλατέα της πόλης…! Τον πλησίασαν οι πιο τολμηροί και του είπαν, τι συμβαίνει;… Καλά εσύ δεν είχες πεθάνει; Τώρα πως εδώ;, Τι έγινε;
Ο Λάζαρος από τη Βηθυνία, έπιασε το μήνυμα… και τους είπε..
Μην ανησυχείτε θα σας τα εξηγήσω όλα…! Με ανάστησε ο Χριστός μας!
Μέσα σ΄ εφκείνο το αργοστολιώτικο πόπολο που κύκλωσε τον Λάζαρο, ήταν και ο Γεώργιος Μολφέρτας, εφκείνος που ποστάριζε ούλα τα συμβάντα του νησιού, στο Ζιζάνιον, την εφημερίδα του…
Απευθύνεται ο Λάζαρος στο Μολφέτα και του λέει…
Λάζαρος: Γράφε ότι ακούς … και πού είσαι;…, τα θέλω ποιητικά, όπως είσαι συνηθισμένος στα έργα σου, δηλαδή σιορ Μολφέτα μου με στίχο κεφαλονίτικο..!
Ο Μολφέτας: … του λέει, ναίσκε Φίλε του Χριστού μας, αγαπητέ Λάζαρε, «αρπάζω» τη μολυβόπενα και γράψω ότι ακούω…!
Λάζαρος: Ήρθα ορές από τη Βηθανία, όπου με ανάστησε ο Χριστός, ο φίλος μου, γιατί το ίδιο γεγονός περίπου με μένα, συνέβηκε και στο Αργοστόλι σας. Υπήρχε κι εδώ ένας «Λάζαρος» , καλός σαν εμένα, μα ο μαγκούφης πέθανε την ίδια μέρα, τον κλαίγανε και τον κλαίγουν ακόμη οι αδελφές του. Όμως δεν πρόλαβε να έρθει και εδώ ο Χριστός, γιατί θα πήγαινε στο Γεροσόλυμα…, έχουν στρώσει βάγια για να περάσει… ήρθα όμως εγώ, για να παρηγορήσω τις αδελφές του. Μα άκουσα για τον δικό σας «Λάζαρο», που τον θάψατε στο Δράπανο, καλά λόγια, πως ψώνιζε για τις δυο του αδελφές, πως τις έβγαζε βόλτα για να παρακολουθούν τις νότες της Φιλαρμονικής και όλα τα καλά, …τα είχε στη διάθεση των αδελφάδων του.
Μολφέτας: Για στάσου Λάζαρε να ποστιάσω τούτο το ποίημα, πάνω σ’ αυτό που πραγματικά συνέβη στο Αργοστόλι… τι ατυχία όμως για τον Αργοστολιώτη Λάζαρο, να μην μπορεί να έλθει ο Χριστός.
Έτσι, ο Μολφέτας διατηρεί την εκκλησιαστική παράδοση για τον Λάζαρο, τη γράφει ποιητικά με τον δικό του τρόπο και την ταυτίζει με ένα γεγονός θανάτου, που, δύο ανύπανδρες αδελφές που ζούσαν στο Αργοστόλι με τη φροντίδα του αδελφού τους, εκείνες τις μέρες πέθανε ο μαγκούφης ξαφνικά και τον έθαψαν στο Δράπανο.
Περιπλέκει ποιητικά με σατιρική διάθεση το γεγονός και συγχρόνως ακολουθεί το γνωστό λαϊκό λαζαρικό κείμενο που εξιστορεί το βίος του.
Εν τη πόλει Βηθανία
Μάρθα κλαίει και Μαρία,
που ο μόνος αδελφός τους
το καμάρι και το φως τους,
μες στο άνθος του πεθαίνει
και στο Δράπανο πηγαίνει.
……….
Κι’ εφώναξαν οι καϋμένες
με φωνή μισοπνιγμένη, με φωνή σπαραχτική,
«αδελφέ αγαπημένε που μας είχες μαθημένες
να μας πέρνης να μας βγάνης ταχτικά στη μουσική,
που μας έφερνες το ψώνι κάθε χάραμα και βράδυ,
πως μονάχες μας αφίνεις κι εκατέβηκες στον άδη;»
Αφού τελείωσε το ποίημα του, ο Μολφέτας, το διαβάζει δυνατά στους παραβρισκόμενους και κείνοι τον χειροκροτούν… Άνοιξε όμως και η περιέργεια των Αργοστολιωτών και ρωτούσαν τον
Λάζαρο, τι είδε στον Άδη που επήγε; Εκείνος, παρόλο που τον ανάστησε ο Χριστός, ήταν κουρασμένος από του Χάρου το φαρμάκι και τους είπε..
Λάζαρος: Αφήστε με να πάω να ξεκουραστώ στο σπίτι μου, θα τα πούμε μετά την Ανάσταση του φίλου μου , του Χριστού..! Βλέπετε, το γεγονός πήρε έκταση στο Αργοστόλι, πως ήρθε ο Αναστημένος Λάζαρος και μαζεύτηκε πολύς κόσμος στο σπίτι του και του έκανα ερωτήσεις. Βλέποντας όλο εφκείνο το συμφερτό ο Μολφέτας, μπριτού πάθει κανένα κόλπο φουλμινάντε, πόστιασε κι άλλο ποίημα.
Ο ποιητής βάνει το Λάζαρο να εξιστορεί στον κόσμο του Αργοστολίου, αφότου γύρισε από το κατέβασμά του στον Άδη, ποιους είδε και συνάντησε και πως ήταν η όλη κατάσταση εκεί κάτω.
Η υπόθεση θυμίζει σε πολλά σημεία το κατέβασμα στον άλλο κόσμο του Οδυσσέα και τον αγώνα του να επιστρέψει πάνω στη γη.
…Κόσμος και κόσμος έτρεχε στο σπήτι του Λαζάρου,
κι’ άλλοι τον ρωτούσαν, πως έφυγε του Χάρου,
κι’ άλλοι πουλιό εγγράμματοι και πούλιο προκομένοι
τον ερωτούσαν ναν τους πη, πως ζουν οι πεθαμένοι….
……………….
Για να μην το σκάσουνε …τον νεοαναστημένον Λάζαρο οι Αργοστολιώτες, τους είπε… «Καλά- καλά θα σας πω τι με ρώτησαν οι δικοί σας..!»
Λάζαρος: Είδα πολλούς από το Αργοστόλι, εκεί στον κάτω κόσμο, και μου είπαν πως βιάστηκαν να φύγουν από τη ζωή, δεν την χάρηκαν, ούτε χάρηκαν τη πόλη σας ηλεκτροφωτισμένη. Αλλά μέσα στις ερωτήσεις που μου έκαναν οι συμπατριώτες σας, ήταν κι ένας από τις Απανώστρατες και μου έκφρασε το παράπονο, πως έφυγε από τη ζωή πολύ γρήγορα και δεν είδε τη θητεία του βουλευτή, του Άθω Ρωμάνου, που για να κερδίσει τις εκλογές θα του έδινε χρήματα…!
Μολφέτας: Στάσου Λάζαρε να ποστιάσω το ποίημα, αυτή είναι η τέχνη μου…!
…Εκεί λοιπόν παιδόπουλα και γέροι και λεβέντες.
διάφορες μωλέγανε για να σας πώ, κουβέντες
Κι’ ακούοντες την πρόοδο τ’ Αργοστολιού την τόση
απ’ ό, τι εκατάλαβα, έχουνε μετανώσει,
πως σπούδαξαν να καταιβούν στης Κόλασις τη λάβα
χωρίς τούλάχιστον να ιδούν, του λεχτρικού τα τράβα…
Κι’ αρχίνησε παράπονα να μου κάνη,
πως γλήγορα τον έκοψε του Χάρου το δρεπάνι
και δεν τον άφησε στη γη να ζη και να ψηλώνη,
να πγη κι αυτός έναν καφέ στου Άθου το σαλόνι
και να θαυμάση τον κλεινόν τον τόπου μας σωτήρα,
που μας εκομπινάρησε κοτζάμ οδοστρωτήτα!
Λάζαρος: Τι κατάσταση είναι αυτή, μαζί σας! Με ρωτάτε και με σκάτε όλο να μάθετε για τους δικού σας. Τέρμα το πιλάτεμα. Καλά, μια και γιορτάζονται τα 200 χρόνια της Ελληνικής Παλιγγενεσία, κανείς δε με ρώτησε για τους Ήρωες του 1821. Τούς συνάντησα και ήταν πολύ εφχαριστημένοι, που ένας καθηγητής τους εγκωμίασε στη γιορτή που εκάματε τον Μάρτιο, στις 25 του μηνός του 1900…! Τούς ενθουσίασε, σας το ξαναλέω, ο λόγος του Ληξουριώτη καθηγητή, Ευάγγελου Κωνσταντακάτου, που ήταν ένθερμος και πατριωτικός και ύμνησε συγχρόνως τους νεκρούς και τους ζωντανούς.
Μολφέτας: Στάσου Λάζαρε, να γράψω δυο στίχους για εφκείνη την εορτή που πράγματι άφησε εποχή στο Αργοστόλι….
…Κι’ ήλθαν εμπρός μου σκελετά προγόνων τιμημένα,
κι’ οι ήρωες οι ευκλεείς οι του εικοσιένα,
και μώλεγαν πως έμειναν κατενθουσιασμένοι
που φέτος τους εξύμνησαν στα πάτρια τεμένη
κι’ επήνεσαν της αρετής κι ανδρείας των τα κάλλη,
λογιών, λογιών δασκάλοι…
……
Πολύ τους ευχαρίστησαν οι ευφραδείς οι λόγοι
ο ύ ς τ ί ν ας εποιήσαντο ακμαίοι φιλολόγοι,
καθώς κι αυτός ο έμμετρος ο του Κωνσταντακάτου,
επίσης ευχαρίστησε κι απάνου κι’ απουκάτου.
Οι πρόγονοί μας μένουνε πολύ φχαριστημένοι,
και χαίρουν για το αίσθημα της πόλεως Κρανίων,
που ήτο δαφνοστόλιστη και φωταγωγημένη,
με δύναμιν, εξήκοντα και πέντε λουμινίων!
Πέρα από τις εικόνες -κοινωνικές και ηθο-λαογραφικές- του Αργοστολίου, θαυμάζει κανείς την αριστοτεχνική ευρηματική πένα του Γεωργίου Μολφέτα, που τον χαρακτήριζε μια δυνατή ψιλοβελονιά στη σάτιρά του και μια ανοιχτή βλέψη για τα γεγονότα των ημερών του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου