«Το κυνήγι του θρυλικού Οδυσσέα στον Καλλίδρομο
- Η ουλή από τον αγριόχοιρο που τον πρόδωσε στην Ιθάκη»
Ο Όμηρος περιγράφει (Οδύσσεια, ραψωδία τ’) την κυνηγετική έξοδο με ρεαλισμό. Οι κυνηγοί ανεβαίνουν στο βουνό μαζί με σκυλιά «ὀξυόδοντα» (με κοφτερά δόντια), σχηματίζοντας κύκλο. Οι ιχνηλάτες οσμίζονται το ίχνος. Σύντομα εντοπίζουν το θηρίο κρυμμένο μέσα σε πυκνά βάτα. Και τότε ο ποιητής σταματά τον χρόνο. Ο αγριόχοιρος παρουσιάζεται σχεδόν μυθικός: «ἔνθα δ’ ἄρ’ ὗς κάπρος ἔκειτο μέγας, λάσιος, οὔτε ποτ’ ἀνέμων πνοαὶ διέπνεον αὐτόν…».
Ήταν τεράστιος, τριχωτός, κρυμμένος σε τόσο πυκνό σημείο που ούτε ο άνεμος δεν περνούσε μέσα. Όταν ακούει τα σκυλιά, πετάγεται από το γιατάκι του με ορμή.
Ο νεαρός Οδυσσέας δεν διστάζει. Ορμά πρώτος, μπροστά από τους άλλους, σηκώνει το δόρυ του και καταφέρνει πλήγμα. Όμως ο κάπρος, πριν ξεψυχήσει, προλαβαίνει να αντεπιτεθεί, με τον χαυλιόδοντά του να σκίζει το πόδι του Οδυσσέα πάνω από το γόνατο.
Ο Όμηρος είναι ωμός και ακριβής: ο χαυλιόδοντας «ἔκταμεν ὀστέον ἄχρις», έφτασε μέχρι το κόκαλο. Το αίμα τρέχει και οι σύντροφοί του σκοτώνουν το ζώο. Δένουν το τραύμα και επιστρέφουν όλοι μαζί. Η πληγή κλείνει, αλλά αφήνει ουλή. Αυτή η ουλή -από το πραγματικό κυνήγι αγριόχοιρου- θα γίνει δεκαετίες μετά το σημάδι της αναγνώρισης.
Δεκαετίες αργότερα, όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη από τον Τρωικό πόλεμο και την πολυετή περιπλάνηση, μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, κανείς δεν τον αναγνωρίζει. Κανείς, εκτός από μία γυναίκα. Η γριά παραμάνα του, η Ευρύκλεια, γονατισμένη μπροστά του για να του πλύνει τα πόδια βλέπει και αγγίζει την παλιά-γνώριμη ουλή. Τα δάχτυλά της παγώνουν. Το σημάδι εκείνο από τον Παρνασσό, από το κυνήγι του κάπρου, γίνεται η απόδειξη. Η αναγνώριση δεν γίνεται από πρόσωπο ή βλέμμα, μα από το τραύμα.
Έτσι, ένα κυνήγι της νιότης του, μια πράξη ανδρείας σ’ ένα βουνό γεμάτο σκυλιά και δόρατα,μετατρέπεται σε κρίσιμο στοιχείο της επιστροφής του βασιλιά. Η ουλή του κυνηγιού γίνεται η σφραγίδα της ταυτότητάς του.
Ο Όμηρος δεν το παρουσιάζει ως τυχαίο περιστατικό. Το κυνήγι είναι δοκιμασία, μύηση και απόδειξη ανδρείας. Και το σημάδι του -ανεξίτηλο- ακολουθεί τον ήρωα μέχρι την αποκατάσταση της τάξης στην Ιθάκη.


Προσοχή!
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο κέρατο του κάπρου είναι μια Ομηρική επινόηση γιατί:
Δυο κουσούρια είχε μικρός ο Οδυσσέας, φοβόταν τους σεισμούς και γαργαλιότανε μέχρι τρέλας τσι πατούσες.
Το πρώτο το απόκτησε από τον άτεχνο πατέρα του που του έφτιαξε ένα κρεβάτι σαν έγινε έφηβος, σκέτη τρεμουλιάρω. Έτσι και έκαμε λοιπόν τον πρώτο καλό σεισμό έπεσε σαν τσου δίδυμους τση Αμερικής και πήρε μαζί του τον έρημο τον Δυσσέα και πού τον έριξε; Απάνου ορέ στο με συμπαθάτε κατουροκάνατο, όπου μελιδιάστηκε και του έκαμε μια άσκημη πληγή στο μπούτι και να άμπουλες τα αίματα. Τρέξανε τον περιποιηθήκανε σταματήσανε το αίμα, αλλά η πληγή ήτανε μεγάλη και τόνε τσουβαλιάσανε και τον στείλανε στον παππού στην Ακαρνανία τάχα για κυνήγι. Μα γιατί θα μου πείτε. Υπήρχε πλέον πρόβλημα.
Ήταν πριγκιπόπουλο, πως θα τον αποκαλούσε ο κόσμος κατουροκανατοσημαδεμένο; Θα τόνε παίρνανε στο ψιλό, τι σέβας θα του είχανε; Επινοήθηκε λοιπόν το κέρατο του κάπρου και επήρε και δόξα!
Χα χα χα.
(Υπάρχει και συνέχεια, στο άρθρο “Βρέθηκε λένε η ελιά του Οδυσσέα”).
καλησπερα φιλε Σπυροκωσμα!!! με τσι πλημυρες ειχε κανα φοβο ο ηρωας? Μπορει σαν θαλασσοπνιγμενος να το συνηθισε κιολας! Την ερωτηση που ειχα καμει στην τεχνικη νοημοσυνη τηνε διαβασες,, Την προβληματισα, δεν τα εγραψα ολα αλλα στο τελος παραδοθηκε!! Περιμενουμε την συνεχεια,,αν και με την ελια την εχω αναρτησει πολλες φορες. Πολυ καλη αναρτηση οντως!
ΑπάντησηΔιαγραφή