
Εδώ Μισολόγγι, μ’ ακούτεεε; Εφώναξε ο Κεφαλονίτης Συνοδινός
«Το χώμα τρέφεται με χώμα…» Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός
Νύχτα ζυμωμένη με πόνο,
νύχτα κρύα στα βογγητά της,
νύχτα τυλιγμένη στη μαύρη γάζα,
νύχτα χρυσαφιά, ουράνια, Μεσολογγίου,
αρχές ήτανε του Γενάρη μήνα, στα 1826.
Κι αντιβούιζε το Μισολόγγι και σώματα ωσάν αγίων ξερακιανά και σταφιδιασμένα από την κούραση, αλατισμένα με πικρή αλμύρα, γυρίζανε τις νύχτες για να αλλάξουν πόστο φύλαξης και αγώνα.
Και το Μισολόγγι αγκομαχούσε στην ανάσα του, με φως που τρεμόπαιζε, μα, όλο και ξεπεταγόταν στα ουράνια, με αναλαμπές, με πεθαμένες ηδονές και χαρές κουρασμένες.
Κι απέναντι λυσσασμένα αράπικα κορμιά, του Μπραΐμη σκληρή στράτευση, έσερναν τα πόδια τους, σαν τα θηρία που ανανογιόνται τη δίψα τους και θέλουν να κατασπαράξουν. Στα αυτιά τους, μαύρη φωνή παρέμενε, για την εκπλήρωση της, που τη ζητούσε συνεχώς ο αρχηγός τους.
Και ήταν τρεις του Γενάρη,… και ο Μπραΐμης τους κάλεσε και τους είπε,… - δασκαλεμένος ήτανε από Φράγκους ειδικούς-, «απέναντι από τον προμαχώνα, τον Τρομερόν, του Μισολογγίου, θα υψώσουμε τον δικό μας και τρία πυροβόλα θα θερίσουν το Παλιάλωνο του Κόσμου.
Και ξεκίνησε το έργο, και οι σκουρόχρωμοι Αιγύπτιοι, με λόγχη στα χέρια, κάπου –κάπου κεντούσαν πονετικά τους ραγιάδες, τους αλυσοδεμένους, μισή δρασκελιά το άνοιγμά τους, να κουβαλούν το χώμα και να υψώσουν τον πύργο των τριών πυροβόλων.
Και δεν άργησε να’ ρθει κείνη μέρα και ο Χαρόντης, έτσι τον κορόιδευαν τον Μπραΐμη οι δικοί του, πέρασε και έλεγξε και είδε και υπολόγισε, λέγοντας, «Τρέμε –τρέμε και σβήσε στη φωτιά έρμο Μισολόγγι» κι έπειτα χορτάτος τράβηξε μια ρουφηξιά στο ναργιλέ και καμάρωσε τη γαστέρα του.
Και τό’ βλέπαν να υψώνεται το χώμα οι Μισολογγίτες, που στα κουρασμένα μάτια τους, φαινόταν κάστρο αυτός ο κοχλασμός της γης. Οι τολμηροί γελούσαν, πως η γη χτύπησε κάπου και έκανε καρούμπαλο, άλλοι το έλεγαν μπαμπόνι του Μπραΐμη. Οι πιο συνετοί, που βλέψη δεν σήκωναν, των ομματίων τους η κουρτίνα δεν άνοιγε, σκέφτονταν τη λύση.
Και πάνω στο μέτρημα των σκέψεων, ήλθε η οικονομία της ώρας και από μακριά και από κοντά παρουσιάστηκε, ο Κώστας, ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μεγαλοσώματος και τον άκουσαν μικροί και μεγάλοι, μανάδες και παιδιά, γέροι και γριές… και πολεμιστές, όλοι…
Και είπε, κάνοντας το Σταυρό του, και κοίταξε προς την Ανατολή «Κάνουμε τα όπλα μας τσαπιά και τα χέρια μας καλάθια και αντί για ύψωμα, βαθύλακος και αύλακος θα φάνε τον εχθρό μας». Και προχώρησαν, και κάθε τόσο ο καλύτερος του αφουγκρασμού, έστρωνε τ’ αυτί του στη γη, τα βήματα τ’ εχθρού να ορίζει καλά.
Κι όπως των Μισολογγιτών τ ’ αυλάκι έφτασε, είπε ο Κώστας, ο μικρός και ο μεγάλος: «Φτάσαμε στο κόντεμα, από κάτω εμείς κι αυτοί από επάνω, τώρα της γη το φώλιασμα, μπαρούτι να φορτώσει και η λάμψη όπου θα γενεί, θα’ ναι χατίρι του θανάτου…».
Και είχαν σκεφτεί από βραδύς, στο μεσονύχτι και έστησαν τα τρία πυροβόλα οι Μπραΐμηδες και κατά το ξημέρωμα θα όργωναν το Μισολόγγι, κόλλυβα χαράς να σκορπίσουν, αυτό επιθυμούσαν.
Κι από νωρίς, η χειμωνιάτικη νύχτα είχε πάει να κοιμηθεί και ο Κωνσταντίνος, ήταν σιωπηλός και ο Γερο- Δήμος έτοιμος, αυτός τους είπε: «Αδελφοί, Μισολογγίτες μου, και συναγωνιστές μου, το καλό έργο θυσία θέλει, αν δεν στεριώσετε άνθρωπο, νίκη και ελευτεριά δεν θα ευωδείτε..» Ποιός θα ακολουθήσει, νέος ή γέρος, βαθιά στη γη ν’ ανάψουμε θρυαλλίδα;»
Και τα μάτια φοβούνταν, οι νέοι αποτραβήχτηκαν, μετρούσαν το βιος τους, λιποψυχούσε ο θάνατος της νίκης… οι γέροι το βιος μηδένισαν και πρώτοι συνταχτήκαν με χαρά.
Και τότενες είπε ο Γερο – Δήμος: Σταθείτε, μην φεύγετε, και ρίχνει φέσι μικρού παιδιού στο χώμα και δεύτερη φορά πάλι είπε δυνατά:
«ρίχτε στο φέσιον τη θέση σας.
Χαλίκια, νομίσματα, ξηροί καρποί και σφαίρες
-παν ό,τι ηθέλη ο έκαστος να γένη σύμβολό του»
Κι ένα παιδί, μικρό παιδί, ταρακούνησε το φέσιον και το παρακάλεσαν ένα σύμβολο να λάβει.
«Εσκίρτησε δ’ υπό χαράς ο Κόπελλος, οπότε
το σύμβολο εγνώρισε, κεχαραγμένη σφαίρα,
και με τον πρώτον ενωθείς, τον Δήμον τον Ρενιάσαν
(τούτον είχεν όνομα ο γενναιόφρων νέος)
πορεύονται κ’ ενόμιζες εκ του γενναίου ήθους,
του βήματος του ζωηρού και του ευθύμου τρόπου,
ότι προς όρχησιν φαιδράν περιχαρείς προήγον».
Και είχαν οι Τούρκοι, Ασιώτη, έναν πρεσβύτη μελαψόν, μάγο τον ονόμαζαν, που διάβαζε τ’ άστρι, και είπε: Στήστε τα πυροβόλα κατά κει, στου σκοταδιού το μεσημέρι, και βάλτε τριάκοντα φύλακες, λογάδας στρατιώτες και όπως χαράξει το πουρνό, το θέλημα του αφεντός μας, να γένει.
Και πριν λαλήσει το πουλί του πρωινού θανάτου, όλα στημένα από την Τουρκιά, τα όπλα και τα… όλα, μια θρυαλλίδα έστρωσε το χώμα πάν στο χώμα. Έξι της μαύρης της Τουρκιάς και τα τρία πυροβόλα τα έγραψε ο χάροντας στα σκοτεινά δεφτέρια… και οι τραυματίες ένας σωρός από –άψυχα- κορμία…
Κι έφτασε ο αντίλαλος τρελός σκοτεινιασμένος στον αφέντη του,
τον Ιμπραΐμη, κι άκουσε λόγια βαριά που έσφαξαν την ψυχή του…
Και μούγκρισε ασίγαστα το θηρίο, κατάρες στους Γάλλους μηχανικούς για τις κακές ορμήνιες…
« Τον δε Μπραΐμην έκπληξις κατέβαλε μεγάλη,
υπόνομο ουδέποτε προσμένοντα τοιαύτην,
τους Ευρωπαίους έκραξε μηχανικούς και είπε,
«Κατώτεροι την σήμερον εδείχθημεν εκείνων
ους σκώπτομεν ως αμαθείς της τέχνης του πολέμου,
ομοία θέλω παρευθύς υπόνομος να γείνη,
κρημνίση δε τον μέγιστον του τείχους προμαχώνα,
……………………………………………….»
Και ξεκίνησαν οι Τουρκο-Αραπάδες να κάνουν υπόνομο, προφύλαξη με πλαϊνά αναχώματα προχωρούσαν, μα και οι Μισολογγίτες το ίδιο υπολόγιζαν, να συναντήσουν «τον εχθρικό θάνατο» στης γης τ’ αυλάκι. Κληρονομιά Ελληνική του Διγενή Ακρίτα!
…«Ἁλλά τις νέος ευφυής εννόησεν ταχέως
ότι δεν ήτον παντελώς χαράκωμα εκείνο,
όπερ οι Τούρκοι μυστικώς να γίνετ’ επροσπάθουν,
τον Κώσταν δε προσεκτικόν κατέστησεν εις τούτο,
κ’ εκείνος φέρων τύμπανον προς την γραμμήν των Γάλλων
επάνω σίτον έθηκεν, ωρχήθη δε ο σίτος
ενιαχού, και παρευθύς τωξύκοον αυτίον
εγγίσας εις το έδαφος, επακριβώς ευρίσκει
οποίαν η υπόνομός διεύθυνσιν λαμβάνει.»
…..
Και κάθε τόσο έρχονταν του τύμπανου ο αθόρυβος παλμός, κι με αυτόν ήξεραν τα βήματα του εχθρού, έτσι συνέχιζαν το δικό του οι Μισολογγίτες αυλάκι.
… « Ενταύθα τότε τολμηροί να έλθουν οπλοφόροι
κελεύει, κι’ ότ’ αιφνίδια το φράγμα διεκόπη,
είδον οι Τούρκοι άνωθεν των κεφαλών των ξίφη,
νομίζουν πως η κόλασις του Άδου διοινοίχθη,
και μαύροι δαίμονες ορμούν αυτούς να καταφάγουν»…
Και πάλι ο Ιμπραΐμης νόησε την αποτυχία και έπειτα έριχνε λόγια βαριά στους Γάλους κι σ’ άλλους Ευρωπαίους, πως βοήθεια δεν ξέραν να προσφέρουν…
Και πήρε την απόφαση, δική του νικηφόρα σκέψη νά’ χει,
να επιτεθεί από τον Ζυγόν, βουνό καμαρωμένο, μα και αυλάκι αδελφό του τείχους να ομοιάζει είπε να κάνει θαρρετά.. Εκεί οι Μισολογγίτες κάστρο πλαστό έκτισαν, μικρό καμαρωμένο..
Και δεν είδε και δεν πρόσεξε πως, πλαστό κοντά εις το Ζυγό οι Μισολογγίτες είχαν οχύρωμα κι αντί την πόλη να χτυπούν οι Τουρκο –Αραπάδες , κούφιες εις τον αέρα ανέμιζαν οι σφαίρες τους.
Και γελούσαν οι Μισολογγίτες τους μορφωμένους της στρατιάς και του πολέμου, τους μαύρους, τους αρχόντους…
Και ανέβηκε τότε στο τείχος του Μισολογγιού, ένας Κεφαλονίτης,
ο Συνοδινός λεγόμενος, στο σώμα παλικάρι ήταν και φώναξε δυνατά να ακούσει ο Κάτω Κόσμος…
.. . «Υπήρχε δε τις Κεφαλλήν Συνοδινός τοσούτον
έχων βροντώδη την φωνήν και άρρηκτον το στήθος,
ώστ’ ήτον ακουστός μακράν περίπου μίαν ώραν.
Ούτος εις μέρος υψηλόν ανέβη, και σαρκάζων,
τα χείρας προς αυτούς κινών, εφώναξεν τοιαύτα,
«Στραβαραπάδες, σήμερα δεν βλέπετε διόλου,
δεν είν’ αυτού το φρούριον, εχάσατε τον δρόμο,
εδώ’ ναι το ξακουστό εις τον κόσμο Μεσολόγγι.»
Και ο Κεφαλονίτης, Συνοδινός καλούμενος, άλλες φορές έπιανε μια χούφτα χώμα στα χέρια του, κι απλωμένα σαν κουπιά, στης θάλασσας την αντάρα, που ομοιάζει με τον πόλεμο να φάει να χορτάσει, εφώναζε δυνατά: «Ακούστε με Τουρκαραπάδες-και μάθετε -Πως το χώμα τρέφεται με χώμα και το πρόσφορο της Κυριακής μας, είναι ζυμωμένο με το χώμα και με το αίμα μας».
Και πέρασαν χρόνια και οι παραδόσεις για το Μισολόγγι, δεν έσβησαν στα στόματα των διασωθέντων , που γύρισαν στην πόλη τους.
Και έστειλε η Θεία Οικονομία, έναν Γυμνασιάρχη, τον Αντώνη Αντωνιάδη, μορφή γραμμάτων εξαίρετη, σεβάσμια, ποιητική και λογοτεχνική και έγραψε το έπος «Μεσολογγιάς»
Και «πεταγόταν» από την Πάτρα στο Μισολόγγι και άκουγε τις παραδόσεις, και γύριζε στα στενά της πόλης και έπιανε κουβέντα, και του’ λεγαν πολλά, και μνήμες πολλές και δυνατές, που ήταν νωπές από θανατικό και πόνο.
Και άκουσε πολλά, μέσα σ’ αυτά και για τον Συνοδινό, τον Κεφαλονίτη, από τους Σουλλάρους, από κει καταγόμενος ήτανε, μα πιο πολύ ήτανε, ο χλευαστής των Τούρκων.
Κι αυτός, ο Αντωνίαδης, είχε την αξιοσύνη να υψώσει του Μισολογγίτικου λαού, τον πόνο, σε Πρόσφορο Ελευτεριάς, ζυμωμένο με χώμα και με αίμα απ’ την Ιερά Πόλη της Ελευθερίας και του Κόσμου.
Και με’ αυτό το «Πρόσφορο της Λευτεριάς» έγινε γράψιμο και Θεία Κοινωνιά, και μετέλαβε ο Σολωμός για να γράψει τους Ελεύθερους Πολιορκημένους!
Και ονόμασε το επικό έργο του «Μεσολογγιάς»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου