Σήμα Facebook

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΙΑΦΗΣ | κινητο 6907471738


Porosnews

Porosnews

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ
Συνεχή Ροή Ειδήσεων από το νησί

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Μυθοπλασία

 


Στις 4 το χάραμα, ο μπάρμπα-Νικόλας έσερνε τα σαγόνια του. Όχι τα δικά του. Του Αη-Νικόλα, του καϊκιού του. Ξύλο βαμμένο μπλε και άσπρο, με την κουπαστή φαγωμένη από τα σχοινιά και το αλάτι.

Ο Κάλαμος κοιμόταν ακόμα. Μόνο τα λυχνάρια στα κατώγια τρεμόπαιζαν. Καμία ΔΕΗ, κανένα μοτέρ. Κουπί και πανί, κι αν φυσούσε ο Θεός, άρμενο.
Ο Πέτρος, 16 χρονών πια, πηδούσε ξυπόλητος στο καΐκι. Τα πόδια του ήξεραν κάθε σανίδα. Πρώτα λύνανε τα δίχτυα. Όλη νύχτα τα ’χε ο πατέρας του απλωμένα στην αυλή, να στεγνώσουν και να τα μπαλώσει η μάνα του με τη σακοράφα.
«Σορόκος σήμερα», μουρμούρισε ο μπάρμπα-Νικόλας κοιτάζοντας τον ουρανό. «Θα ’χει σκουμπρί κατά τα Πριγκιποννήσια».
Τραβούσαν κουπί μέχρι να βγουν από τον κάβο. Μετά σηκώνανε το πανί — ένα παλιό λινό που το ’χε ράψει η γιαγιά του Πέτρου. Αν είχε μπουνάτσα, κάναν 2 ώρες μέχρι τα τόπια. Αν είχε καιρό, κάναν τον σταυρό τους.
Η καλάδα κρατούσε μέχρι να βγει ο ήλιος. Ρίχναν τα δίχτυα με τέχνη. Ο Πέτρος στο τιμόνι, ο πατέρας του να τα αμολάει με ρυθμό. «Όχι βιασύνη, γιε μου. Η θάλασσα δεν θέλει βιαστικούς. Μόνο διαβασμένους».
Κατά τις 10 γυρνούσαν. Το λιμανάκι ξυπνούσε. Οι γυναίκες με τις τσανάκες περίμεναν στον μώλο. Δεν είχε ιχθυόσκαλα. Το παζάρι γινόταν πάνω στην κουπαστή.
«Τι έβγαλες, Νικόλα;»
«Σαργούς, καμιά σκορπίνα, κι ένα οχταπόδι για τη Μαρίκα».
Η Μαρίκα τώρα ήταν 15. Κατέβαινε κάθε μέρα να πάρει το μερτικό για το σπίτι. Δεν μιλούσαν πολύ. Αυτός της έδινε το πιο γερό χταπόδι, αυτή του χαμογελούσε και έφευγε τρέχοντας. Έτσι γίνονταν οι αρραβώνες στον Κάλαμο του ’50. Με ένα χταπόδι.
Τα υπόλοιπα ψάρια τα αλάτιζαν. Ψυγείο δεν υπήρχε. Τα μεγάλα τα κρεμούσαν στο σύρμα, να τα πάρει ο αέρας. Τα μικρά γίνονταν μαρίδα τηγανητή το μεσημέρι, με ντομάτα από το μποστάνι.
Το απόγευμα ήταν για το αρμάθιασμα. Κάτω από τη μουριά, ο Πέτρος έδενε αγκίστρια. 200-300 παραγάδια για την επόμενη μέρα. Ο μπάρμπα-Νικόλας έφτιαχνε καινούργια κουπιά. «Το καΐκι, γιε μου, είναι σαν γυναίκα. Αν δεν το προσέχεις, θα σε αφήσει στα κρύα του λουτρού».
Όταν έπιανε τραμουντάνα και δεν έβγαιναν, καλαφάτιζαν. Πίσσα και στουπί, να μην βάλει νερά το σκαρί. Ο Πέτρος μάθαινε να διαβάζει τον καιρό από τα σύννεφα, από το πώς μύριζε η θάλασσα, από το αν πονάγαν τα κόκαλα του γέρου.
Το βράδυ, μετά τη φασολάδα, οι άντρες στο καφενείο του Σπύρου. Λάμπα πετρελαίου, ούζο από το βαρέλι, και κουβέντα για τα «τόπια».
«Στα Βαρδάνια είχε παλαμίδες χτες».
«Ναι, μα είχε και θεριά. Ο Γιώργης έκοψε δίχτυα».
Δεν είχαν βυθόμετρο. Είχαν το μολύβι με το σχοινί και το σημάδι. Και τα χέρια τους. Από τους κάλους καταλάβαινες ποιος ήταν ψαράς και ποιος όχι.
Ο Πέτρος καθόταν στη γωνιά και άκουγε. Στα 16 του ήξερε ήδη να διαβάζει τα αστέρια για να γυρίσει πίσω. Ήξερε πως αν σε πιάσει η φουρτούνα, δεν παλεύεις κόντρα. Την παίρνεις από πρύμα και κάνεις την προσευχή σου.
Το 1970 ήρθαν οι πρώτες μηχανές στα καΐκια. Ο μπάρμπα-Νικόλας δεν έβαλε ποτέ. «Εγώ γεννήθηκα με το κουπί, με το κουπί θα πεθάνω», έλεγε. Ο Πέτρος έβαλε. Αλλά κάθε φορά που ξεκινούσε η μηχανή, θυμόταν τον πατέρα του να λέει: «Άκου τη θάλασσα, γιε μου. Όταν έχεις μηχανή, παύεις να την ακούς».
Άννα Δανάλη
Μυθοπλασία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου