Σήμα Facebook

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΙΑΦΗΣ | κινητο 6907471738


ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ
Συνεχή Ροή Ειδήσεων από το νησί

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

ΠΟΙΟς ΗΤΑΝ Ο ο Αίγισθος ,και συνεχεια στο ταξιδι Οδυσσεα

Αποτελεί τον καρπό της ανοσιώτερης αιμομιξίας, ήταν γιος του Θυέστη και της κόρης του Πελοπίας από τη Λαοδάμειακαι κατά το γένος από πατέρα αλλά και μητέρα Τανταλίδης, που για ολόκληρο το γένος του Ταντάλου, από της σφαγής του πατρός του Πέλοπα, η αγανάκτηση των Ολυμπίων θεών εκδηλωνόταν σε κάθε γενεά με φρικαλεότητες εκ μέρους των μελών, έτσι ώστε όλοι να εξοντωθούν.
Τον Θυέστη είχε εκδιώξει από τις Μυκήνες ο Ατρέας, μεγαλύτερος αδελφός του, αφού προηγουμένως του είχε προσφέρει σε γεύμα τα ίδια του τα παιδιά, επειδή είχε καταφέρει να σαγηνέψει τη σύζυγό του Αερόπη με αποτέλεσμα να σφετεριστεί το θρόνο.
Εκδιωκόμενος ο Θυέστης ζήτησε άσυλο στον Βασιλέα της Ηπείρου Θεσπρώτη όπου κάποιο βράδυ βίασε την κόρη του που χωρίς να το ξέρει είχε και εκείνη καταφύγει στην αυλή του ίδιου Βασιλέως. Καρπός του έρωτα αυτού ήταν ο Αίγισθος που αργότερα δολοφόνησε το θείο του, Ατρέα, κι έτσι ο πατέρας του Θυέστης πήρε ξανά την εξουσία των Μυκηνών. Αργότερα, ο γιος του Ατρέα,ο ισχυρός βασιλιάς Αγαμέμνονας, πήρε ξανά την εξουσία και έδιωξε και τους δυο από τις Μυκήνες.

Όταν ο Αγαμέμνονας έφυγε για την Τροία, όπου έλειψε πάνω από δέκα χρόνια, η γυναίκα του Κλυταιμνήστρα έζησε με τον Αίγισθο, κάνοντας μαζί του τρία παιδιά.
Στην επιστροφή του Αγαμέμνονα, ο Αίγισθος σε συνεργασία με την Κλυταιμνήστρα του παρέσυρε και τον σκότωσε, μαζί με τους συντρόφους του και την Κασσάνδρα, τη σκλάβα του.
Τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα, τους σκότωσε ο Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του.
ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΗ ΡΑΨΩΔΙΑ  Α

Πρώτα στην Πύλο, και ρωτάς το Νέστορα το μέγα·
285σύρε κατόπι στον ξανθό τής Σπάρτης το Μενέλα,
τον πιο στερνό χαλκοάρματο Αχαιό που γύρσε πίσω.
Κι ά μάθης πώς ο κύρης σου και ζει και θα γυρίση,
απάντεξε, όσο κι αν πονής, ως ένα χρόνο ακόμα·
αν πάλε πώς απέθανε και πως σου χάθη ακούσης,
290γυρίζεις πίσω στα γλυκά λημέρια τής πατρίδας,
τού στήνεις μνήμα, νεκρικά πολλά τού θέτεις δώρα,
όσα τού πρέπουν, κι ύστερα παντρεύεις και τη μάνα.



Ή τάχα δεν ακούς κι εσύ πώς ο λαμπρός ο Ορέστης

δοξάστηκε σ' όλη τη γης σα σκότωσε τον πλάνο
300τον Αίγιστο, που χάλασε τον ξακουστό γονιό του;
Έτσι κι εσύ, που βλέπω σε τόσο ώριο και μεγάλο,
γίνου άντρας, φίλε, να σε υμνούν κατόπι οι απογόνοι.
και ας πάμε στο ταξίδι Οδυσσέα! Πρώτος σταθμος οι Κικονες ραψωδια  ι
http://pronoikefalonias.blogspot.gr/2015/08/blog-post_69.html#more
 Μα τώρα το πολύπαθο ταξίδι ας ιστορήσω, που ο μέγας Δίας μου όρισε σα μίσευα απ' την Τροία. Από το Ίλιο ο άνεμος στους Κίκονες με πήρε,
40 στην Ίσμαρο· εκεί χάλασα και πολιτεία κι ανθρώπους· κι όσες γυναίκες πήραμε και πλούτια από τη χώρα, σωστά τα μοιραστήκαμε, το δίκιο νά 'χουν όλοι. Τότες παρακινούσα εγώ να φύγουμε με βιάση, μα αυτοί, μεγάλη η τρέλλα τους, δε θέλανε ν' ακούσουν,
45 μόν' πίναν άσμιχτο κρασί, και σφάζανε περίσσια αρνιά, και λοξοπόδαρα στο περιγιάλι βόδια. Πήγαν ως τόσο οι Κίκονες και Κίκονες φωνάξαν, που από στεριάς γειτόνευαν και που ήταν πιότεροί τους, και πιο παλληκαράδες τους, καλοί να πολεμούνε
50 απάνω απ' άρματα, ή πεζοί, σαν τό 'φερνε η ανάγκη. Σαν τ' άνθια ήρθαν της άνοιξης αυτοί, και σαν τα φύλλα, στο χάραμα. Μοίρα κακή τότ' έπεσ' απ' το Δία σ' εμάς τους δύστυχους, πολλά για να μάς φέρη πάθια. Στήσαν τον πόλεμο ομπροστά στα γλήγορα καράβια,
55 και πέφταν κι απ' τις δυό μεριές τα χαλκωτά κοντάρια. Πρωΐ όσο ήταν, κι έπαιρνε το δρόμο της η μέρα, βαστιόμασταν αγνάντια τους, κι ας ήταν πιότεροί μας, Μα στώ βοδιών το λύσιμο σαν ήρθε ο Ήλιος, τότες οι Κίκονες τους Αχαιούς πια τσάκισαν και σπρώξαν.
60 Έξη από κάθε πλεούμενο χαλκόποδοι συντρόφοι σκοτώθηκαν. Οι άλλοι εμείς γλυτώσαμε απ' το χάρο.

μετα  οι βοριαδες  τον πηγαν μέχρι Κυθηρα
και  από κει  εν συνεχεια,,η κακοκαιρια τους απομάκρυνε στην χωρα Λωτοφάγων
στον τόπο μου άβλαβος να ρθώ, μα το Μαλέα γυρνώντας
80κύμα και ρέμα και Βοριάς μάς βγάζουνε απ' το δρόμο,
και πέρ' από τα Κύθηρα στα πέλαα μάς πετάνε.

Μέρες εννιά μάς έδερναν οι φοβεροί οι ανέμοι
μες στα ψαράτα πέλαγα· στις δέκα στα λημέρια
τώ Λωτοφάγων ήρθαμε, που θρέφουνται με τ' άνθια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου