Σήμα Facebook

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΙΑΦΗΣ | κινητο 6907471738


ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΠΟΡΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ
Συνεχή Ροή Ειδήσεων από το νησί

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

ΑΡΑΓΕ ΓΙΑΤΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΔΕΝ ΕΓΡΑΨΕ ΜΙΑ ΑΓΑΜΝΕΝΙΑΔΑ, ή ΑΧΙΛΙΑΔΑ, ,ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΙΑ ΜΕΝΕΛΕΑΔΑ?

ΠΙΘΑΝΟΝ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΑΝ ΚΑΙ ΤΥΦΛΟΣ ,,ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙΕΓΡΑΨΕ ΜΕ ΠΛΗΡΗ ΛΕΠΤΟΜΕΡΙΑ,, ΙΣΩς  ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΤΗς ΤΟΤΕ ΕΠΟΧΗς!!
ΕΞΑΛΟΥ  Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ
ΣΤΗΝ ΣΧΕΡΙΑ  ΕΒΑΛΕ  ΤΑ ΚΛΑΜΑΤΑ ΟΠΩς ΜΑς ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ  !
KAI  MAΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ

http://pronoikefalonias.blogspot.gr/2013/10/blog-post_7845.html

ΚΑΙ  ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ


PRONOIKEFALONIAS.BLOGSPOT.COM|ΑΠΟ E-POROS
 κι αρχίσανε οι φουρτούνες
Τρωαδιτών και Δαναών, κατά του Δία το θέλει.
     Αυτά τραγούδαε ο ξακουστός ο ψάλτης· κι ο Οδυσσέας
το πορφυρένιο φόρεμα με τα δυό χέρια σέρνει
85στην κεφαλή, και τ' ώριο του το πρόσωπο σκεπάζει·
τι ντράπηκε τα δάκρυα οι Φαίακες να του βλέπουν.
Κι όταν ο ψάλτης ο θεϊκός σταμάταγε, ο Δυσσέας
τα δάκρυα του σφουγγίζοντας ξεσκέπαζε την όψη,
κι από διπλόχερο έσταζε καυκί στους Ολυμπήσους.
90Μα πάλε σαν ξανάρχιζε, και τον παρακινούσαν
οι αρχόντοι, που αγαπούσανε του τραγουδιού τη γλύκα,
την κεφαλή σκεπάζοντας ξαναθρηνούσε εκείνος.
Σ' όλους τους άλλους άφαντα τα δάκρυα του κυλούσαν,
και μόνε ο Αλκίνος τά 'νιωσε και τα είδε, που σιμά του
95καθόταν, και τον άκουγε να βαριαναστενάζη.
Κι ευτύς στους Φαίακες γυρνάει τους ναυτικούς και κρένει·
     «Ακούτε, τω Φαιάκωνε ώ προεστοί κι αρχόντοι·
τώρα που εδώ χαρήκαμε το μοιραστό τραπέζι,
και τη γλυκειά συντρόφισσα των τραπεζιών, τη λύρα,
100ας βγούμε για να παίξουμε, και σ' όλους, τους αγώνες,
που να δηγέται ο ξένος μας στους φίλους και δικούς του,
σαν πάη στη γης του, πόσο εμείς τους άλλους ξεπερνούμε
στο πόλεμο και στη γροθιά, στο πήδημα, στα πόδια.»
     Αυτά σαν είπε, κίνησε, κι οι άλλοι ακολουθούσαν.
105Κι ο κράχτης ξανακρέμασε τη βροντερή τη λύρα,
και το Δημόδοκο έβγαλε, κρατώντας του το χέρι,
όξω που οι άλλοι διάβαιναν, οι πρώτοι τω Φαιάκων,
να δούνε τ' αγωνίσματα και να τα σεριανίσουν.
Και πήγανε στη αγορά με πλήθος λαό κατόπι·
110εκεί πολλοί σηκώθηκαν και διαλεχτοί λεβέντες·
πετάχτηκαν Ακρόνεος, Ωκύαλος, Ελατρέας·
Ναυτέας, Πρυμέας ύστερα κι Αχίαλος κι Ερετμέας,
Ποντέας κι Αναβησίνεος, Θόωνας και Πλωρέας
κι ο Αμφίαλος του Πολύνεου του Τεχτονίδη ο γόνος·
115σηκώθηκε κι ο Ευρύαλος σαν αντροφόνος Άρης,
κι ο Ναυβολίδης στο κορμί και στη μορφιά περνώντας
όλους τους Φαίακες, εξόν τον ώριο Λαοδάμα.
Σηκώθηκαν κι οι τρείς οι γιοί του παινεμένου Αλκίνου,
ο ισόθεος Κλυτόνεος, ο Άλιος κι ο Λαοδάμας.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΠΙΟ ΚΑΤΩ

τότε είπε του Δημόδοκου ο πολύξυπνος Δυσσέας·
     «Εσένα απ' όλους τους θνητούς, Δημόδοκε, δοξάζω.
Γιά η κόρη του Δία σ' έμαθε η Μούσα, για κι ο Φοίβος,
και τα δεινά των Αχαιών με τόση τέχνη ψέλνεις,
490τα όσα πράξαν κι έπαθαν και τράβηξαν εκείνοι·
κάν ο ίδιος εκεί βρέθηκες, κάν τ' άκουσες απ' άλλους.
Τώρα έλα, σε άλλο πέρασε, και τ' άλογο δηγήσου
το ξύλινο που ο Επειός κι η Αθηνά σκαρώσαν,
και που με δόλο τό 'φερε στο κάστρο ο Οδυσσέας,
495άντρες γεμάτο, και μ' αυτό κουρσέψαν την Τρωάδα.
Ά μας τα δηγηθής κι αυτά σωστά με τη σειρά τους,
σ' όλο τον κόσμο τότε εγώ για πάντα θα το κρένω,
πως ο θεός σου χάρισε του τραγουδιού το μάγιο.»
Είπε, κι αυτός με το θεό αρχινώντας, τραγουδούσε
500την ιστορία πιάνοντας εκεί που τις σκηνές τους
κάψαν, και μπήκαν, φύγανε οι Αργίτες με τα πλοία,
μ' άλλοι τους μείνανε μαζί με τον τρανό Οδυσσέα,
στη χώρα των Τρωαδιτών μες στ' άλογο κρυμμένοι,
τι οι Τρωαδίτες ίδιοι τους το τράβηξαν στο κάστρο.
505Τ' άλογο στέκονταν εκεί, κι αυτοί πολλά λαλούσαν
τριγύρω του· κι ήτανε τρείς οι γνώμες μεταξύ τους·
το κούφιο ξύλο ή με γερό να σκίσουνε πελέκι,
ή να το σύρουν κάτακρα να πέση απάς στα βράχια,
ή να τ' αφήσουνε ιερό για τους θεούς μνημείο·
510κι αυτό στο τέλος έγινε· γιατ' ήτανε της μοίρας,
η χώρα να ξολοθρευτή, σαν παραλάβη μέσα
μεγάλο ξύλινο άλογο που όλους τους πρώτους κλειούσε
Αργίτες, πόφερναν κακό και φόνο στους Τρωαδίτες.
Κι έψελνε πως τη ρήμαξαν οι Αχαιοί τη χώρα,
515από τα μέσα τα βαθιά χουμίζουντας του αλόγου.
Κι έψελνε πως διαγούμιζαν άλλος αλλού τη χώρα,
πως ο Οδυσσέας ξεκίνησε στον πύργο του Δηφόβου
μαζί με τον ισόθεο Μενέλαο σαν Άρης,
κι εκεί, λέει, έπιασε βαρειά και λυσσασμένη αμάχη,
520κι η μεγαλόκαρδη Αθηνά του χάρισε τη νίκη.
     Αυτά τραγούδαε ο ξακουστός ο ψάλτης· κι ο Οδυσσέας
έλυωνε, και τα δάκρυα στα μάγουλά του τρέχαν.
Κι όπως γυναίκα κλαίγοντας απάνω απ' τον καλό της,
που ομπρός σε χώρα και στρατό λαβώθηκε και πέφτει,
525να σώση πόλη και στρατό από τη μαύρη μέρα,
θωρώντας τον να σπαρταράη στο ψυχομαχητό του,
τον αγκαλιάζει, και πικρά μοιρολογάει, κι οι άλλοι
τη ράχη και τους ώμους της χτυπώντας με κοντάρια,
τη σέρνουν όπου βάσανα σκλαβιάς την περιμένουν,
530κι αυτής πικρός ψυχόπονος την όψη της μαραίνει·
έτσι πικρά κατέβαιναν τα δάκρυα του Οδυσσέα.
Στούς άλλους κι ά δε φαίνουνταν, μα τά 'νιωθε ο Αλκίνος,
που ήταν σιμά του, κι άκουγε το βαριοστέναγμα του.
Και στους καλούς θαλασσινούς τους Φαίακες τότε είπε·
535     «Ακούστε με όλοι, ώ προεστοί κι αρχόντοι τώ Φαιάκων
ας πάψη πια ο Δημόδοκος τη βροντερή τη λύρα,
τι αυτά που μας τραγούδησε δεν τα χαρήκαν όλοι.
Αφότου εδώ καθίσαμε κι άρχισ' ο θείος ο ψάλτης,
540δεν παύει με παράπονο πικρό να κλαίγη ο ξένος·
πόνος μεγάλος την ψυχή του θλίβει δίχως άλλο.
Λοιπόν να πάψη ο ψάλτης μας για να χαιρώμαστε όλοι,
κι εμείς που τον φιλεύουμε, κι ο ξένος, είναι κάλλιο·
τι όλα για χάρη γένηκαν του σεβαστού μας ξένου,
545που δώρα του χαρίσαμε, και που τον προβοδούμε.
Είναι σαν ίδιος αδερφός ο ξένος που προσπέφτει
στον άντρα που σταλαματιά του μνήσκει νούς ακόμα,
Όμως κι εσύ μήμ πολεμάς με τέχνες να μας κρύβης
όσα ρωτήξω· φανερά καλύτερ' ας τα λέμε.
550Πές τ' όνομα που σ' έκραζαν εκεί κάτω οι γονιοί σου,
κι οι άλλοι μες στον τόπο σας, κι η γειτονιά τριγύρω.
Τι δίχως όνομα μαθές κανένας δεν υπάρχει·
μιά και στον κόσμο γεννηθούν, κακοί, καλοί, τους βγάζουν
και τ' όνομά τους οι γονιοί. Και την πατρίδα πές μας,
555τη χώρα σου, το δήμο σου, να νιώσουν τα καράβια,
να βάλουν πλώρη κατακεί, ταξίδι σα σε πάρουν.
Γιατί δεν ταξιδεύουνε οι Φαίακες με ποδότες,
μηδ' έχουν τα καράβια τους τιμόνια, καθώς τ' άλλα,
παρά μονάχα τους το νου μαντεύουνε του ανθρώπου,
560κι όλων τις χώρες ξέρουνε και τα παχιά χωράφια·
κι ολόταχα περνούν και πάν στης θάλασσας τα πλάτια,
σε αντάρα και σε σύννεφα κρυμμένα· και δεν έχουν
κανένα φόβο ή να χαθούν ή να βλαφτούν ποτές τους.
Αυτό εγώ κάποτε άκουσα και ξέρω απ' το γονιό μου
565Ναυσίθο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου